Η νέα πολιτική τάση που εντέχνως υιοθετείται και χρησιμοποιείται ειδικά στις μέρες μας δεν είναι η συγκριτική πολιτική, ούτε η ρεαλιστική προσέγγιση αλλά η στείρα χρησιμοποίηση καθοδηγούμενων και ανακυκλώσιμων πολιτικών και επιχειρημάτων που τις πλείστες φορές καμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα ή έστω με μια έντιμη προοπτική.

Αυτή η νέα τάση εσκεμμένης παραπληροφόρησης και απύθμενου λαϊκισμού πρέπει να σταματήσει. Έχουμε υποχρέωση να διαφυλάξουμε το momentum είτε πρόκειται για το μεγαλύτερο πρόβλημα που ταλανίζει την πατρίδα μας εδώ και πόσα χρόνια είτε πρόκειται για θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης.

Η πραγματιστική ρεαλιστική αντιμετώπιση της όποιας θεματικής δημιουργεί σωστά δεδομένα και ουσιαστικές προοπτικές. Σε αυτές ακριβώς τις προοπτικές συγκλίνουμε για να μπορέσουμε να επενδύσουμε σε ένα μέλλον ευημερίας και ανάπτυξης ακόμα και αν πολλές φορές επιλέγουμε να είμαστε ωφέλιμοι αντί αρεστοί.

Με αυτή ακριβώς την προσέγγιση οφείλουμε να εστιάσουμε και στο κυπριακό. Η οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση δεν θα είναι απλώς λανθασμένη αλλά καταστροφική. Καταστροφική ως προς την σύγκλιση χρονικών συγκυριών, ως προς την σύγκλιση μοναδικών ευκαιριών που θα εξατμιστούν. Στην διεθνή διπλωματία οι συγκυρίες είναι μονόδρομος που αν δεν τύχουν σωστής εκμετάλλευσης οδηγούν σε αδιέξοδο και όχι σε προοπτική.

Το σκηνικό στήνεται ξεκάθαρα υπέρ της λύσης. Μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος εμφανίζονται στο προσκήνιο και λαμβάνουν θέση διεκδικώντας μέρισμα στην διοχέτευση φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Η Τουρκία εν όψει της ευρωπαϊκής προοπτικής και της διακαώς επιβεβλημένης θέσης στο ενεργειακό χάρτη, καταλαγιάζει τον πολιτικό της αποκλεισμό και συζητά για πρώτη φορά ουσιωδώς για την επίλυση. Η Τ/Κ κοινότητα μέσω του Τουρκοκύπριου ηγέτη προτάσσει ως αίτημα την επανένωση της χώρας και της υπεράσπισης των δικαιωμάτων και των Τ/Κ. Η Ε.Ε ως άγρυπνος φρουρός παρατηρεί εντατικά και επιβλέπει τις συνομιλίες προωθώντας τις δικές της αρχές και αξίες που θα αποτελέσουν αναπόσπαστο μέρος μιας ενδεχόμενης λύσης και θα αποτελέσουν κυρίως πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας για ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και όχι μόνο. Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με τη σειρά της και ενισχύει με παρουσίες, δηλώσεις και επιχειρήματα την οριστική εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος ειρήνης σε μια αναμφίβολα έκρυθμη περιοχή που εύκολα μπορεί να παρασυρθεί από ένα γειτονικά γεωπολιτικό περιβάλλον αστάθειας και τρομοκρατίας. Και όλα αυτά σε συνάρτηση με ένα τρίτο γύρο αδειοδότησης και μια συγκροτημένη ενεργειακή πολιτική.

Στο εσωτερικό μέτωπο τα δεδομένα έρχονται να επισκιάσουν τις όποιες συγκυρίες οι οποίες εξαφανίζονται εσκεμμένα στην δίνη της ματαιότητας. Κάποιοι προσπαθούν αγωνιωδώς να παρερμηνεύσουν κάθε προοπτική και πρόοδο τέθοντας υπό αμφισβήτηση ακόμα και την βάση διαπραγμάτευσης όπως έχει δρομολογηθεί από το 1977, όπως έχει κατοχυρωθεί από τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και όπως κανένας Πρόεδρος δεν τόλμησε ποτέ να παρεκκλίνει από αυτή ως τη μόνη ρεαλιστική προοπτική που υπάρχει. Και όλα αυτά σε μια εποχή που η ίδια πραγματιστική ρεαλιστική προσέγγιση στην οικονομία επανέφερε την αξιοπιστία του κράτους, εκτροχίασε το μνημόνιο και δημιούργησε προοπτικές ανάπτυξης και ευημερίας.   

Αν λοιπόν το δίλημμα αυτή τη στιγμή είναι να είμαστε ωφέλιμοι ή αρεστοί προσωπικά θεωρώ υποχρέωση όλων μας να επιλέξουμε το πρώτο.  Αυτή είναι πραγματικά η μοναδική επιλογή αν θέλουμε να λογιζόμαστε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την προοπτική της ασφάλειας και σταθερότητας. Αυτή είναι η μόνη προοπτική αν θέλουμε οι επόμενες γενιές να παραλάβουν ένα επανενωμένο, ευρωπαϊκά εδραιωμένο και οικονομικά υποσχόμενο κράτος.  

Η επιλογή είναι στα χέρια όλων μας.